Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Αναδημοσίευση από τη Νέα Προοπτική: Μια σύντομη ιστορία της παρούσας καπιταλιστικής κρίσης


Hillel Ticktin
Μια σύντομη ιστορία της παρούσας καπιταλιστικής κρίσης

Tο παρακάτω κείμενο έχει γραφτεί ως editorial στην πρόσφατη έκδοση του περιοδικού αγγλόφωνου Critique. Συνοψίζει τις θέσεις του Xιλέλ Tίκτιν, γνωστού στους αναγνώστες της ΝΠ μαρξιστή οικονομολόγου, σε μια σειρά θεωρητικά ζητήματα που προκύπτουν από την παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση.


[…] Η μαρξιστική θεωρία της κρίσης μαράζωσε μεταπολεμικά, κυρίως γιατί δεν υπήρχε κάποια πραγματική κρίση μέχρι τώρα. Όπως ο Μαρξ το χει πασίγνωστα θέσει: «Η παγκόσμια εμπορική κρίση πρέπει να θεωρηθεί ως η πραγματική συγκέντρωση και βίαιη προσαρμογή όλων των αντιφάσεων της καπιταλιστικής οικονομίας».
Σήμερα υπάρχει μια πραγματικά δομική κρίση του ίδιου του συστήματος και όχι απλώς μια κυκλική ύφεση-ανάκαμψη. Η τελευταία έχει συμβεί πολλές φορές μεταπολεμικά, με πιο αξιοσημείωτες περιπτώσεις αυτές που συνέβησαν μεταξύ 1981-1985 και εκείνη του 1989-93 που έφερε το κραχ στον τομέα της dot.com economy (νέες τεχνολογίες) το Μάρτη του 2000.  
Η διαφορετικότητα της προηγούμενης ύφεσης ωστόσο έγκειται στο ότι η αναθέρμανση που ακολούθησε ήταν πολύ περιορισμένη και εξαιρετικά επηρεασμένη από την 11 Σεπτέμβρη και τους μετέπειτα πολέμους. Η κρίση του 2007 είναι συνεπώς η συνέχειά της. Αλλά η διαφορά μεταξύ προηγούμενων υφέσεων και αυτών του 2000 και 2007 δεν είναι απλώς στο μήκος της αναθέρμανσης, στο βάθος της κάμψης και την παγκόσμια έκταση της κάμψης.
Πιο θεμελιακά, η διαφορά έγκειται στην μακροπρόθεσμη αλλαγή των ταξικών σχέσεων με τα πολύ υψηλά επίπεδα μακρόχρονης ανεργίας, συνδυασμένης με άμεσες μορφές επιθέσεων στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης είτε μέσω των φόρων κατοικίας είτε μέσω των μειώσεων των μισθών από τα κέρδη. Στη Μ. Βρετανία οι επιθέσεις είναι απόλυτες. Στην Ιρλανδία και την Ελλάδα δεν είναι μόνο απόλυτες αλλά και επίμονα άθλιες. 
Όντως ζούμε σε μια περίοδο στην οποία οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής οικονομίας εκρήγνυνται μετά την μεταπολεμική μεσολάβησή τους από τον Ψυχρό Πόλεμο και αργότερα από το χρηματιστικό κεφάλαιο. 
Ιστορικά, ο καπιταλισμός από τον ύστερο 19ο αιώνα έχει διαδοχικώς χρησιμοποιήσει τον ιμπεριαλισμό και το χρηματιστικό κεφάλαιο, τον πόλεμο, την καταπίεση και τον φασισμό, ύστερα τον σταλινισμό και τον Ψυχρό Πόλεμο σε συνδυασμό με το κράτος πρόνοιας και τελικά, μια επιστροφή στο χρηματιστικό κεφάλαιο, σα στρατηγικές αναχαίτισης των δυνάμεων που απειλούν να τον ανατρέψουν.  
Θα ισχυριστώ ότι όλες αυτές οι μορφές είτε έχουν εκλείψει είτε έχουν καταρρεύσει, σπρώχνοντας την αστική τάξη σε μια επιστροφή στις κλασικές μορφές του καπιταλισμού.
Το υπόβαθρο: Το σημείο στροφής
Το κρίσιμο σημείο στροφής ήρθε στη δεκαετία του 70 όταν έγινε καθαρό ότι το κράτος-πρόνοιας και η πλήρης απασχόληση έκαναν ασταθή τον καπιταλισμό. Οι εργάτες που έχουν μια εργασιακή θητεία για όλη τους τη ζωή με αυξανόμενους μισθούς απαιτούν έλεγχο στην εργασία τους και στην κοινωνία. Από τη στιγμή που οι εργάτες είναι η πλειοψηφία της κοινωνίας, ακόμα και η αστική τάξη μπορεί να δει ότι δε μπορούν να κρατηθούν πίσω, κάτω από συνθήκες όπου διατηρούνται τα θεμέλια του καπιταλισμού. Εκτός της βίας -που συνήθως παραμένει στο παρασκήνιο μέχρι τη στιγμή που το σύστημα απειλείται- το κεφάλαιο, ως αυτο-επεκτεινόμενη αξία, χρησιμοποιεί τη μορφή του φετιχισμού του εμπορεύματος (καταναλωτισμός), τόσο ιδεολογικά όσο και πρακτικά, προτιμώντάς την περισσότερο από τις άμεσες μορφές ελέγχου.
Ο μύθος του παντοδύναμου καπιταλιστή που ελέγχει ολοκληρωτικά την εταιρεία του είναι υπονομευμένος από τον αυξημένο ρόλο της συνειδητά προγραμματισμένης οργάνωσης της οικονομίας από τις κυβερνήσεις και τις ενώσεις. Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος τομέας και το κοινωνικό κράτος δε μπορούν να δουλεύουν στην απλή βάση αυτής καθεαυτής της αξίας –δηλ. κερδοσκοπικά. Η προσπάθεια να δουλέψει η εκπαίδευση, η υγεία, οι φυλακές κτλ, αποκλειστικά στη βάση της αξίας δε λειτουργεί. Το γεγονός ότι οι υπάρχουσες γραφειοκρατικές εναλλακτικές δε  δουλεύουν δεν αλλάζει το προηγούμενο συμπέρασμα.  
Οι ΗΠΑ έχουν αποκλίνει μόνο εν μέρει από τη Δυτική Ευρώπη στο ότι έχουν λιγότερο κράτος πρόνοιας και ένα μικρότερο δημόσιο τομέα. Ο ρόλος ενός τεράστιου στρατιωτικού τομέα, που είναι στην ουσία ένας εθνικοποιημένος κλάδος με μεγάλο μερίδιο στην οικονομία καθώς και το γραφειοκρατικό υγειονομικό σύστημα που ελέγχεται από τις ασφαλιστικές εταιρείες, υπόκεινται στις λειτουργίες μιας συνειδητά ρυθμιζόμενης καπιταλιστικής οικονομίας. 
Ο ρόλος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Αποθεμάτων και του Θησαυροφυλακίου έχει μεγαλώσει από την ύφεση. Η οργή που στρέφεται ενάντιά τους φανερώνει ότι το κεφάλαιο είναι αδύνατο να αποφύγει τη  συνειδητή στοχοποίησή του.   
Καθόλου τυχαία η αστική τάξη έχει προσπαθήσει να γυρίσει το ρολόι της ιστορίας πίσω, με  την διευρυνόμενη ανάπτυξη της αγοράς. Η δεύτερη μορφή που χρησιμοποιείται για να ελέγξει τους εργάτες τότε, είναι αυτή του εφεδρικού στρατού εργασίας, η οποία είχε εκλείψει αποτελεσματικά στα μεταπολεμικά χρόνια. Η επαναφορά της μαζικής ανεργίας έχει υπάρξει μια δύσκολη υπόθεση, πολύ ουσιαστική όμως στην αποκατάσταση της καπιταλιστικής σταθερότητας.
Γυρίζοντας στο κρίσιμο σημείο, κατά τις δεκαετίες του 60 και του 70, η εργατική τάξη απαιτούσε ταυτόχρονα παραχωρήσεις και μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στις εταιρίες και την οικονομία. Στη μία χώρα μετά την άλλη υπήρχαν απεργίες και διαδηλώσεις που οδήγησαν την μπουρζουαζία να επανεκτιμήσει την μεταπολεμική της στρατηγική. Ο καπιταλισμός υιοθέτησε ένα σύνολο μέτρων, που έγιναν γνωστά ως νεοφιλελεύθερα αλλά είναι καλύτερα κατανοητά ως συνέπειες της στροφής στο χρηματιστικό κεφάλαιο. 
Οι αναφορές του Μαρξ στις αντιφάσεις της καπιταλιστικής οικονομίας και της κοινωνίας προσφέρουν το αληθινά αφετηριακό σημείο οποιασδήποτε ανάλυσης της ύφεσης αλλά είναι ιδιαίτερα σχετικές στην παρούσα περίοδο. Ήταν ο Τρότσκυ που ισχυρίστηκε ότι όλοι ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Αυτό δε σημαίνει ότι έχουμε σήμερα σοσιαλιστικές μορφές αλλά ότι οι καπιταλιστικές μορφές υποβάλλονται σε ταχύτατες και ανεξέλεγκτες αλλαγές, τις οποίες η καπιταλιστική τάξη κάνει ό,τι μπορεί για να ελέγξει. 
Με άλλα λόγια, η συνδυασμένη ανάπτυξη της κυβερνητικής οργάνωσης της οικονομίας/κοινωνίας, οι μεγάλοι συνεταιρισμοί, το μονοπώλιο,  ο αυξανόμενος ρόλος της γραφειοκρατίας των ασφαλιστικών εταιρειών και ο δημόσιος τομέας αντανακλούν την αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της οικονομίας/κοινωνίας, αλλά σε ένα διαρρηγμένο καπιταλιστικό πλαίσιο.  
Το αποτέλεσμα είναι ότι ενώ η κυριαρχία της αξίας -μια καθοδηγούμενη από το κέρδος «ελεύθερη αγορά»- είναι περιορισμένη ως προς το πεδίο εφαρμογής της καθώς η λήψη αποφάσεων είναι συχνά πιο αποτελεσματική, η αστική τάξη προσπαθεί να γυρίσει πίσω την ιστορία αναφερόμενη διαρκώς στις μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις και μαζί μ’ αυτές στην αποκαλούμενη μικροαστική τάξη. Προσπαθεί να ιδιωτικοποιήσει οτιδήποτε δυνατό και αδύνατο. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα μέτρα δεν έχουν την επιθυμητή και αναμενόμενη αποτελεσματικότητα: η μεσαία τάξη καταστρέφεται και προλεταριοποιείται, η ανεξαρτησία των ελεγχόμενων μικρών επιχειρήσεων είναι μια ψευδαίσθηση και η ιδιωτικοποίηση περιορίζεται από την κυβερνητική ρύθμιση. 
Από αυτήν την άποψη, η στροφή στην κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου πήρε την φαινομενική μορφή μιας σειράς από φούσκες, ακολουθούμενες από μια τεράστια φούσκα που έσκασε. Η πραγματικότητα ήταν ότι η φούσκα ήταν μια καθυστερημένη τακτική για να αποφευχθεί η αναπόφευκτη ύφεση. Ο Άλαν Γκρίνσπαν δεν ήταν ηλίθιος όταν προσπαθούσε να διατηρήσει χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού για να μην εμποδίσει την ανάκαμψη κατά τη δεκαετία του 90 και κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων του νέου αιώνα.    
Το κεφάλαιο μεταφέρθηκε από τους αξιο-παραγωγούς τομείς στη χρηματιστική σφαίρα. Ένα μέρος του εξήχθη οδηγώντας σε μια ορισμένη περίπτωση στη φούσκα της Ασίας το 1997 αλλά το περισσότερο από αυτό χρησιμοποιήθηκε για την κερδοσκοπία. Η εξαγοραζόμενη μόχλευση μεταμορφώθηκε σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και οι υποθήκες πουλήθηκαν ξανά σαν CDS (ασφάλιστρα πιστωτικού κινδύνου). Μεταφρασμένα σε αξία, αυτά τα αποκαλούμενα «παράγωγα» μεταβίβασαν αξία από την βιομηχανία, τους μισθούς και τα ημερομίσθια.    
Όλες οι κρίσεις τελειώνουν με μια τραπεζιτική κρίση, από τη στιγμή που οι υπερχρεωμένοι καπιταλιστές ή οι εργάτες προσπαθούν να πάρουν όλο και περισσότερα δάνεια που όμως δεν μπορούν να αποπληρώσουν. Η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού σε αυτό το σημείο σκάει τη φούσκα.
Κάποιοι μαρξιστές αποδίδουν την κρίση στην υποκατανάλωση, άλλοι στην πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους και άλλοι στη δυσαναλογία μεταξύ των διάφορων παραγωγικών κλάδων που εμποδίζει τις παραγωγικές επενδύσεις. Μια τέταρτη οπτική θέτει ιδιαίτερη προσοχή στη χρηματιστική αποτυχία σαν την θεμελιώδη αιτία. Μια πέμπτη τις συνδυάζει και τις τέσσερις. Αν και κατά την άποψή μου οι κρίσεις συνδυάζουν όλα αυτά τα στοιχεία, πάντα υπάρχει μια πυροδοτούσα και μια κυρίαρχη  βασική αιτία.
Αυτό δεν κλείνει ωστόσο τη συζήτηση καθώς είναι πολύ φανερό ότι οι κυβερνήσεις παίζουν έναν κεντρικό ρόλο στις κρίσεις στους μοντέρνους καιρούς. Είναι πιθανότερα περισσότερο σωστό να δούμε στις κρίσεις τον κεντρικό ρόλο της άρχουσας τάξης και των ποικίλων κυβερνήσεων. Από αυτήν την άποψη είναι καθαρό ότι η άρχουσα τάξη έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη στρατηγική αυτήν την στιγμή,  που έχει προφανέστατα αποτύχει: η στρατηγική του χρηματιστικού κεφαλαίου που εμπλέκει ιδιαίτερες πολιτικές και μια ιδιαίτερη σχέση με την εργατική τάξη. 
Λογικά, η δυσκολία στην τοποθέτηση επενδύσεων, υποδεικνύει την δυσαναλογία ως τεχνικό θέμα, στην παρούσα στιγμή, μέσα σε ένα πλαίσιο όπου το τέλος του ψυχρού πολέμου μετακίνησε τη βασική σταθερότητα του συστήματος. Δε μπορούμε να κοιτάξουμε τις κρίσεις απλώς στους όρους των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού. Έχουμε επιπλέον να κατανοήσουμε τις αντιδράσεις της άρχουσας τάξης και των κυβερνήσεων προκειμένου να κατανοήσουμε τη φύση αυτής της ιδιαίτερης κρίσης.
Με άλλα λόγια, έχουμε μια σειρά από στοιχεία της παρούσας κρίσης που επίσης συνθέτουν  τη μορφή της απόσπασης του υπερ-προϊόντος δηλαδή την υπεραξία. Η μορφή καθεαυτή αντανακλά την παρακμή του καπιταλιστικού συστήματος. Υπάρχουν δύο πλευρές σ’ αυτήν την παρακμή: η μία είναι το χρηματιστικό κεφάλαιο και η άλλη είναι η άμεση επέμβαση της άρχουσας τάξης, σαν τάξης, είτε μέσω κυβερνήσεων ή με άλλα μέσα. 
Όσον αφορά τη δεύτερη πλευρά: Καθώς η κοινωνία πλησιάζει την υπέρβασή της, οι μορφές του μέλλοντος εκδηλώνονται αλλά σε μια υψηλά παραμορφωμένη μορφή - σε αυτό το παράδειγμα δια μέσου του συνειδητού ελέγχου της καπιταλιστικής οικονομίας. Η «εισβάλλουσα σοσιαλιστική κοινωνία» που σημειώθηκε από τον Ένγκελς μετατράπηκε όσο είναι δυνατό σε πλεονέκτημα του κεφαλαίου. Ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ (ο θεωρητικός του χρηματιστικού κεφαλαίου στις αρχές του 20ου αιώνα) είχε δίκιο σημειώνοντας ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο με έναν ορισμένο τρόπο προσφέρει μια οργανωτική μορφή για την άρχουσα τάξη. Φυσικά η έκφραση του συλλογικού συμφέροντος της άρχουσας τάξης όταν υπάρχει η απειλή ανατροπής της δεν καταργεί τον ανταγωνισμό.
Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, αυτή η έκφραση αυτο-εκδηλώθηκε δια μέσου των δράσεων των ΗΠΑ σαν της κυρίαρχης ιμπεριαλιστικής δύναμης, που οργάνωσε αποτελεσματικά την άρχουσα τάξη δια μέσου μιας σειράς από θεσμούς. Το τέλος του ψυχρού πολέμου και η παρακμή των ΗΠΑ έχει δημιουργήσει προβλήματα για την άρχουσα τάξη από αυτήν την άποψη.
Τέλος όσον αφορά την πρώτη πλευρά: το χρηματιστικό κεφάλαιο ήταν η στρατηγική που αποτελεσματικά ακολουθήθηκε από τα τέλη του 70 και μετά, έχοντας τώρα καταρρεύσει.
Το πρόβλημα, στο σημείο όπου η κρίση ξέσπασε, έγκειται στο ότι ενώ το κεφάλαιο είναι αυτο-επεκτεινόμενη αξία και μια έκφραση του δαπανημένου εργάσιμου χρόνου, οι τεράστιες ποσότητες κεφαλαίου που δημιουργήθηκαν δε μπορούσαν να επανεπενδυθούν παρά μόνο ως πλασματικό κεφάλαιο, στη μορφή των διάφορων μορφών δανείων και των παραγώγων τους. Το χρήμα δε μπορεί να παράγει περισσότερο χρήμα καθ εαυτό, ή να παράγει αξία χωρίς την παρέμβαση-μεσολάβηση της παραγωγικής εργασίας. Το χρήμα που δεν επιστρέφει πίσω στην εργασία δε μπορεί να ολοκληρώσει το κύκλωμα [Χ-Ε-Χ', σ.τ.μ.] παράγοντας περισσότερο κεφάλαιο.
Συγκεκριμένα η αστική τάξη δεν ήταν ικανή να επενδύσει γιατί δεν υπήρχαν επαρκείς επενδυτικές διέξοδοι. Έτσι τοποθέτησαν χρήματα στο χρηματιστικό κεφάλαιο καθ εαυτό -στα παράγωγα, το χρηματιστήριο, την αγορά ακινήτων, την αγορά εμπορικών ακινήτων. Ένας τεράστιος πληθωρισμός του ενεργητικού άρχισε.
Ο αστικός οικονομικός ισχυρισμός είναι ότι οι κινέζοι και άλλοι ασιάτες απόκτησαν και επεξέτειναν ένα εξωτερικό πλεόνασμα αντίστοιχο με το αμερικάνικο έλλειμμα. Παραδόξως αρνήθηκαν να ξοδέψουν τα λεφτά τους στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου του δικού τους πληθυσμού. Αυτός ο ισχυρισμός είναι αμφίβολος - ή πιο σωστά χωρίς νόημα.
Υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει μια τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου στους χρηματιστικούς οργανισμούς από τους πλούσιους καταθέτες: το 2007 το ποσό που κρατούν χρηματιστικοί οργανισμοί όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, οι ασφαλιστικές εταιρείες, τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια κτλ., έφτασε τα 18 τρις δολάρια. Τα χρήματα αυτά έπρεπε και πρέπει να επενδύονται. Το ποσοστό όμως της βιομηχανικής ανάπτυξης στη Δύση είναι  πολύ χαμηλό για να τα απορροφήσει. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από φούσκες - πρώτα η ασιατική, μετά η κατάρρευση του LTCM και στη συνέχεια η  κατάρρευση της «νέας τεχνολογίας».
Οι πρόσφατοι πόλεμοι προσφέρουν μια σύντομη ανακούφιση στο σύστημα μέχρι που κατάρρευσαν ολοκληρωτικά. Το χρήμα έχει μετακινηθεί στον τρίτο κόσμο, ιδιαίτερα στην Κίνα, αλλά παραμένει κάτω από τις δυνατότητές του. Το κεφάλαιο συνεχίζει να διστάζει να επενδύσει χρήματα σε χώρες στις οποίες έχει περιορισμένο έλεγχο. Τα έθνη στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική δεν είναι πια αποικίες και μπορούν και έχουν εθνικοποιημένες περιουσίες ή (π.χ. Αργεντινή ) αρνούμενα να πληρώσουν τα χρέη τους.
Η κατάσταση σήμερα
Η κατάσταση δεν έχει βασικά αλλάξει. Ακόμα το χρήμα ρέει στις αποκαλούμενες αναδυόμενες οικονομίες, όπου τα επιτόκια δανεισμού είναι σχετικά υψηλά, όπως στην περίπτωση της Βόρειας Αμερικής όπου φτάνουν το 8%. Στην πραγματικότητα, οι μεγάλες επιχειρηματικές ενώσεις τα έχουν πάει κατ εξαίρεση καλά τον τελευταίο χρόνο γιατί έχουν την άδεια να απολύουν εργάτες και να μειώνουν μισθούς, και έτσι να αυξάνουν την παραγωγικότητα και τα κέρδη.
Η πρόσφατη πρόσθετη επέκταση της προσφοράς χρήματος στις ΗΠΑ -που ονομάστηκε «ποσοτική χαλάρωση» ή QE2- είναι τεχνικά περιττή δεδομένου του γεγονότος ότι οι εταιρείες έχουν πλεονάζοντα κεφάλαια. Ο λόγος για τον οποίον η Κεντρική Αποθεματική Τράπεζα τυπώνει το χρήμα στηρίζεται στο γεγονός ότι ξέρουν πως οι εταιρείες δεν το σπαταλούν και ελπίζουν ότι με την ποσοτική χαλάρωση δίνουν  μια επιπλέον ώθηση στην προσφορά του. Ωστόσο, μέχρι κάποιος όντως να επενδύσει ή να σπαταλήσει τα χρήματα παραγωγικά μια τέτοια βοήθεια δεν θα υπηρετεί τον αναγκαίο σκοπό.
Οι κριτικές που γίνονται ενάντια σ' αυτήν την πολιτική λένε ότι το τύπωμα χρήματος θα προκαλέσει παγκόσμιο πληθωρισμό. Κάποιοι στην αριστερά όπως και στη δεξιά αποδέχονται τον ισχυρισμό. Δεν υπάρχει ωστόσο βάση σε αυτόν. Το χρήμα που ρέει στις υπανάπτυκτες χώρες από τον αναπτυγμένο κόσμο δεν πάει ως επί το πλείστον σε άμεσες επενδύσεις αλλά σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου ή σε κυβερνητικά ομόλογα. Τα επιτόκια δανεισμού είναι ψηλά σε αυτές τις χώρες και μπορούμε να περιμένουμε ότι το χρήμα θα γυρίσει πίσω όσο τα επιτόκια δανεισμού μειώνονται. Αλλιώς επενδύεται σε κερδοσκοπική επένδυση στα εμπορεύματα. Σαν αποτέλεσμα υπάρχει μια νέα φούσκα στις τιμές των πρώτων υλών και των τροφίμων που είναι βέβαιο ότι θα σκάσει.
Γιατί υπάρχει κεφάλαιο που δεν είναι κεφάλαιο - δηλαδή γιατί η άρχουσα τάξη δεν επενδύει; Ένα editorial στους Financial Times το θέτει ως εξής: «Την ίδια στιγμή οι εταιρίες είναι σε άριστη κατάσταση. Είναι πλημμυρισμένες με χρήμα έχοντας χρησιμοποιήσει την κάμψη για να αποκτήσουν απόθεμα σε φτηνά υλικά και να ορθολογικοποιήσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα - απολύοντας εργάτες ή βελτιώνοντας την παραγωγικότητά τους: ωστόσο 18 μήνες ανάπτυξης και κερδών δεν έχουν φέρει καθόλου νέες δουλειές». 
Γιατί λοιπόν δεν χρησιμοποιούν τα χρήματά τους για να αυξήσουν το κεφάλαιό τους; Οι Financial Times απαντούν: «Η επιχειρηματική αβεβαιότητα τρέφεται από τον εαυτό της: Όσο περισσότερο οι εταιρίες αναβάλλουν τις επενδύσεις μέχρι να δουν πρώτα τη ζήτηση να επιστρέφει, τόσο περισσότερο πρέπει να περιμένουν τη ζήτηση να υλοποιείται. Στα οικονομικά όπως οπουδήποτε αλλού, το χειρότερο πράγμα που έχεις να φοβάσαι είναι τον ίδιο το φόβο. "Υπάρχουν λόγοι να ελπίζουμε ότι οι αμερικάνικες επιχειρήσεις μπορεί ξανά να πάρουν το ρίσκο"». 
Το πρόβλημα λοιπόν σύμφωνα με τους ηγετικούς συντάκτες των Financial Times, είναι ότι οι επιχειρηματίες φοβούνται να ρισκάρουν τα κεφάλαιά τους. Η «αβεβαιότητα» είναι πολύ μεγάλη. Φυσικά η αστική οικονομία βλακωδώς ισχυρίζεται ότι τα κέρδη είναι η ανταπόδοση του ρίσκου. Έτσι η καπιταλιστική τάξη, σύμφωνα με αυτούς, φοβάται να ρισκάρει το κεφάλαιό τους, ακόμα και αν αυτή είναι η κατ' εξοχήν λειτουργία του κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, ο καπιταλισμός μειώνει το ρίσκο τους στο απόλυτο ελάχιστο, περισσότερο από ό,τι τους κάνει να χάνουν το κεφάλαιό τους ή το δυνητικό τους κέρδος. Οπότε για τί φοβούνται; 
Οι FT φαίνεται να συμπεραίνουν ότι είναι ένα ζήτημα της στιγμής και μόνο, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ακριβώς αυτό το θέμα που οδήγησε στην ύφεση. Εξετάζοντάς το επιφανειακά, φυσικά, θα πιστέψει κανείς ότι οι τράπεζες βάζουν τα δυνατά τους για να δανείσουν σε όλους ανεξαιρέτως, κάτι που δεν είναι μόνο επικίνδυνο αλλά και ηλίθιο. Έτσι η επίσημη θεωρία είναι ότι οι τράπεζες είναι άπληστες και όχι μόνο άπληστες αλλά και ηλίθια άπληστες. Πήραν μεγάλο ρίσκο γιατί οι ανταποδόσεις ήταν μεγάλες.
Ακόμα και ένα δεκάχρονο μπορεί να δει την ανοησία αυτού του ισχυρισμού. Οι τράπεζες δεν επενδύουν στην βιομηχανία αλλά στις υποθήκες και τα παράγωγα -ή με άλλα λόγια στα δάνεια και στα δανειακά παράγωγα- και η οικονομία έχει χαμηλό επίπεδο επενδύσεων αν αφαιρέσουμε τις χρηματιστικές. Με το που κάποιος μετακινήσει τα χρηματιστικά από τις στατιστικές, το ποσοστό της ανάπτυξης είναι πολύ χαμηλό.
Έτσι γιατί η αστική τάξη στη Δύση προτιμά μόνο να επενδύει στον μη παραγωγικό τομέα και να εξάγει κεφάλαιο στην Ανατολή; Όπως επισημάνθηκε πιο πάνω, οι χώρες του Τρίτου Κόσμου όπως η Βραζιλία, υποφέρουν από μια πλημμύρα δυτικού κεφαλαίου που πάνε σε επενδύσεις χαρτοφυλακίου στις χώρες τους. Σαν αποτέλεσμα παίρνουν μέτρα για να περιορίσουν τη ροή.
Υπάρχουν δύο σημεία να παρατηρηθούν εδώ. Πρώτον, είναι καθαρό ότι υπάρχουν τεράστια ποσά χρήματος που αναζητούν μια διέξοδο, όπως πριν την ύφεση. Και δεύτερον, οι περισσότεροι, αν και όχι όλοι οι επενδυτές, δεν είναι προετοιμασμένοι να βάλουν τα χρήματά τους σε άμεση επένδυση, σε πραγματικά παραγωγικές εταιρείες.
Το τεράστιο λιμνάζον κεφάλαιο αναζητά βραχυπρόθεσμες αποδόσεις. Τα οικονομικά μεγέθη έπεσαν κατά τη διάρκεια της ύφεσης αλλά αυξάνονται ξανά. Φανερά ένας τρόπος να χαλάσεις χρήματα είναι να τα χάσεις, όπως στην πρόσφατη κατασκευή των πιο δαπανηρών διαμερισμάτων που χτίστηκαν στον κόσμο στην 1 Hyde Square στο Λονδίνο: ένα διαμέρισμα κόστισε περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια. 
Η έννοια του Χρηματιστικού Κεφαλαίου
Οπότε τι συμβαίνει σε πιο θεωρητικούς όρους; Ένας τρόπος για να το κοιτάξεις είναι να μιλήσεις για «καπιταλιστική απεργία» όπως κάποιες ομάδες της άκρας αριστεράς έχουν κάνει. Μια τέτοια όμως βραχυπρόθεσμη ενέργεια γίνεται μόνο όταν υπάρχει μια μακροχρόνια στρατηγική. Η έννοια όμως του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι κρίσιμη. Είναι αφηρημένο κεφάλαιο (όχι προσδεδεμένο με κάποια ιδιαίτερη παραγωγική εταιρεία) που είναι αναγκαστικά βραχυπρόθεσμο, μη παραγωγικό και αρπακτικό, αλλά έχει καταφέρνει να μετατοπίζει τους όρους της ταξικής πάλης στην κατεύθυνση της άρχουσας τάξης. 
Στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, η λογική μια κεϋνσιανής ή λαϊκής λύσης στην ύφεση θα μπορούσε να είναι διαμέσου μιας ταυτόχρονα χρηματικής επέκτασης και  ανάπτυξης των εθνικοποιημένων βιομηχανιών. Ακόμα οι ιδιωτικές επιχειρήσεις το βρίσκουν δύσκολο να πάνε για μεγάλης κλίμακας επένδυση σε εκτεταμένες χρονικές περιόδους. Κυβερνούμενες από το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι αναγκαστικά βραχυπρόθεσμες. 
Καμία νομοθεσία δε μπορεί να αλλάξει το γεγονός ότι οι πλούσιοι επενδυτές, που κρατούν τα απαιτούμενα κεφάλαια, θέλουν άμεσες αποδόσεις και είναι ανήσυχοι στη λήψη ρίσκων που εμπλέκονται στην μακρόχρονη έρευνα και ανάπτυξη μη αποδεχόμενοι την κυβερνητική συνοδεία. Από την άλλη, το κύριο τμήμα του κεφαλαίου φοβάται να επιτρέψει στην κυβέρνηση να παίξει έναν αυξανόμενο ρόλο στην οικονομία και φοβάται την ανέλκυση της οικονομίας σε ένα μεγαλύτερο ποσοστό ανάπτυξης. 
Οι ιδεολόγοι ισχυρίζονται ότι η ανάπτυξη και η ανανέωση έρχονται από τις μικρές και τις μεσαίου μεγέθους εταιρείες οι οποίες πρέπει να προωθηθούν πάνω από τις «προγραμματισμένες» επενδύσεις του κράτους. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει αξία καθώς οι αληθινά ανεξάρτητες SME είναι μικρής σημασίας.  
Η αυτοκινητοβιομηχανία, η βιομηχανία αεροπλάνων, η στρατιωτική βιομηχανία, οι φαρμακευτικές βιομηχανίες και οι χημικές βιομηχανίες είναι τυπικές περιπτώσεις κυριαρχίας των μεγάλων εταιρειών όπως η General Motors, Boeing, Pfizer και άλλες, που αναθέτουν στο εξωτερικό το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς. Oι μικρότερες εταιρείες ελέγχονται αποτελεσματικά από τους αγοραστές τους σε κάθε σχεδόν πλευρά.
Τέτοιο παράθυρο-σάλτσα υπηρετεί την σκόπιμη κάλυψη των αληθινών προθέσεων πίσω από το πρόγραμμα διαρκούς λιτότητας. Το νόημα της κρίσης είναι ότι η στρατηγική του χρηματιστικού κεφαλαίου έχει τώρα καταρρεύσει και η αστική τάξη δεν έχει άλλη στρατηγική από την επιστροφή στον κλασσικό καπιταλισμό με τη μαζική ανεργία και ένα μίνιμουμ κράτος πρόνοιας.
July/August 2011